σάκχαρ

-αρος, τὸ, Α
βλ. σάκχαρο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Zucker [1] — Zucker (Saccharum), gewisse, durch süßen Geschmack ausgezeichnete Substanzen des Pflanzen u. Thierreiches, welche aus Kohlenstoff, Wasserstoff u. Sauerstoff bestehen, durch Chlor od. gewisse Metallchloride beim Erwärmen auf 100° in schwarze… …   Pierer's Universal-Lexikon

  • oxizacre — ► sustantivo masculino 1 Bebida que en la antigüedad se hacía con zumo de granadas agrias y azúcar. 2 Bebida ácida y dulce que se hacía con otros ingredientes. * * * oxizacre (de «oxi » y el gr. «sákchar», azúcar) m. Bebida que se hacía… …   Enciclopedia Universal

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • θεμελιούχος — θεμελιοῡχος, ον (Α) 1. (επίθ. τού Ποσειδώνος) αυτός που κρατά τα θεμέλια 2. (για λίθο) ο θεμέλιος λίθος. [ΕΤΥΜΟΛ. < θεμέλιο + ούχος (< έχω), πρβλ. προνομι ούχος, σακχαρ ούχος] …   Dictionary of Greek

  • ιοσάκχαρ — ἰοσάκχαρ, τὸ (Α) σάκχαρο από ία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴον + σάκχαρ, αρος*] …   Dictionary of Greek

  • ιριδιούχος — ο αυτός που περιέχει ιρίδιο*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιρίδιο + ούχος (< ἔχω), πρβλ. σακχαρ ούχος, χλωρι ούχος] …   Dictionary of Greek

  • σάκχαρις — άρεως, η, ΝΑ (λόγιος τ.) η ζάχαρη. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τής λ. σάκχαρ (βλ. σάκχαρο)] …   Dictionary of Greek

  • σάκχαρο — το / σάκχαρον, ΝΜΑ, και ζάχαρο Ν, και σάκχαρις, άρεως ΝΑ, και σάχαρ Μ, και σάκχαρ, αρος και σάκχαρι, άρεως Α εδώδιμη λευκή κρυσταλλική ουσία με γλυκιά γεύση, η ζάχαρη νεοελλ. 1. βοτ. επιστημονική ονομασία τού γένους τού ζαχαροκάλαμου, που έχει 10 …   Dictionary of Greek

  • ՇԱՔԱՐ — (ի, աց.) NBH 2 0474 Chronological Sequence: Unknown date, 7c, 12c, 14c գ. ՇԱՔԱՐ կամ ՇԱԳԱՐ. σάκχαρ, σάκχαρον saccharum, saccarum. իտ. zuchero. (որ եւ յայլ լեզուս ասի շիքէ՛ր ... ծու՛քքէրօ ). Հոյզն հնդկային եղեգան՝ ազնիւ քան զամենայն քաղցրահամ նիւթս …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • oxizacre — (Del gr. ὀξύς, ácido, y σάκχαρ, azúcar). 1. m. Bebida que se hacía antiguamente con zumo de granadas agrias y azúcar. 2. Bebida ácida y dulce que se hacía con otros ingredientes …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.